ΘΕΛΩ ΜΠΑΜΠΑ ΚΑΙ ΜΑΜΑ

Εκδόθηκε το ενδιαφέρον βιβλίο του Παιδοψυχιάτρου και Ψυχαναλυτή Christian Flavigny «Θέλω Μπαμπά ΚΑΙ Μαμά», από τις εκδόσεις «ΠΑΡΡΗΣΙΑ». Με την άδεια του εκδότη δημοσιεύουμε τον πρόλογο.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Ένα τραγούδι  λέει ότι τα παιδιά “είναι ο καρπός όλης της ανθρωπότητας” (Children of Sanchez, του Chuck Mangione).  Είναι  φυσικό η ευημερία των παιδιών να βρίσκεται στο επίκεντρο συζητήσεων που αφορούν θέματα οικογένειας και γάμου. Στην Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιου  των Ηνωμένων Εθνών (Convention of the rights of the child, 1990), αναφέρεται ότι  “σε όλες τις δράσεις που αφορούν τα παιδιά, είτε  αναλαμβάνονται από δημόσιο είτε από ιδιωτικό θεσμό, το συμφέρον του παιδιού πρέπει να είναι πρωταρχικής σημασίας”. Επίσης αναφέρεται ότι “το παιδί, λόγω της σωματικής και ψυχικής του ανωριμότητας, χρειάζεται ειδικές διασφαλίσεις και φροντίδα, συμπεριλαμβανόμενης της κατάλληλης νομικής προστασίας, τόσο πριν, όσο και μετά την γέννηση”.

Πότε αρχίζει μία ανθρώπινη ζωή;  Είναι γνωστό ότι η  ζωή  κάθε ανθρώπου ξεκινά όταν ένα σπερματοζωάριο, το αρσενικό γενετικό κύτταρο,  εισχωρήσει και ενωθεί  με ένα ωάριο,  το θηλυκό γενετικό κύτταρο. Ποιες είναι οι προυποθέσεις για να αναπτυχθεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο; Χιλιάδες μελέτες επιβεβαιώνουν  ότι η βέλτιστη συνθήκη ανάπτυξης του ανθρώπου  είναι η  μητρική και πατρική φροντίδα, που παρέχεται μέσα σε μία σταθερή οικογένεια (1). Υπάρχει ποικιλία στη μορφή της οικογένειας σε διαφορετικούς πολιτισμούς, όμως ανέκαθεν οι πυλώνες της  ταυτότητας κάθε ανθρώπου είναι ένας πατέρας και μία μητέρα.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΘΕΛΩ ΜΠΑΜΠΑ ΚΑΙ ΜΑΜΑ»

Σεξουαλικό περιεχόμενο των ψηφιακών μέσων και υγεία-ευημερία στην παιδική-εφηβική ηλικία

Sexual Media and Childhood Well-being and Health

Rebecca L. Collins, Victor C. Strasburger, Jane D. Brown, Edward Donnerstein, Amanda Lenhart, L. Monique Ward

Pediatrics November 2017, 140 (Supplement 2) S162-S166; DOI: https://doi.org/10.1542/peds.2016-1758X

 Περίληψη

Το σεξουαλικό περιεχόμενο είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και οι απεικονίσεις σπάνια περιγράφουν τις ευθύνες και τους κινδύνους (π.χ. χρήση προφυλακτικών, εγκυμοσύνη) που σχετίζονται με τη σεξουαλική δραστηριότητα. Η έκθεση των εφήβων σε τέτοιο περιεχόμενο συνδέεται με αλλαγές στάσεων σχετικά με το φύλο και την ταυτότητα φύλου, πρόωρο πέρασμα σε σεξουαλική δραστηριότητα, εγκυμοσύνη και σεξουαλικά μεταδιδόμενες λοιμώξεις. Ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με τους παράγοντες που διαμεσολαβούν ή τροποποιούν αυτές τις επιπτώσεις.

Γνωρίζουμε επίσης ελάχιστα για τα ψηφιακά μέσα, ως προς το περιεχόμενο τους που σχετίζεται με την σεξουαλικότητα και την πιθανή επίδρασή τους στη νεολαία.

Δεδομένα από μερικές μελέτες μεγαλύτερων εφήβων δείχνουν ότι  οι παρουσιάσεις της σεξουαλικότητας σε ιστότοπους κοινωνικών μέσων σχετίζονται με προβληματικές πεποιθήσεις και συμπεριφορές, τόσο μεταξύ εκείνων που δημοσιεύουν αυτό το περιεχόμενο, όσο και μεταξύ των θεατών. Η ηλεκτρονική πορνογραφία φαίνεται να είναι πιο προβληματική για τους νέους όταν χρησιμοποιείται από on-line σε σύγκριση με χρήση από off-line (εκτός διαδικτύου)  πηγές.

Δεδομένου του τεράστιου και αυξανόμενου χρόνου που αφιερώνουν οι νέοι  σε σύνδεση στο διαδίκτου, και δεδομένου του ότι αναπτυξιακά είναι ανοιχτοί σε επιρροές , χρειάζεται να δοθεί περισσότερη προσοχή στην έρευνα των ψηφιακά μέσων με σεξουαλικό περιεχόμενο.

Εκείνοι που αναλαμβάνουν το έργο της έρευνας θα πρέπει να εντοπίσουν τις πιθανές αρνητικές συνέπειες της χρήσης, καθώς και τις δυνατότητες για  βελτίωση της σεξουαλικής υγείας των εφήβων μέσω των ψηφιακών μέσων. Είναι αναγκαίες μελέτες των ψηφιακών μέσων on-line και off-line (εντός και εκτός διαδικτύου), στις οποίες οι ερευνητές θα εξετάσουν τους χρήστες ψηφιακών μέσων νεότερης ηλικίας, θα εντοπίσουν τις διαδικασίες που εξηγούν τις επιδράσεις των  μέσων με σεξουαλικό περιεχόμενο στη συμπεριφορά των νέων, καθώς και  τους παράγοντες που διαμεσολαβούν και τροποποιούν αυτές τις επιδράσεις.

Τέτοιες μελέτες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να δημιουργηθούν επιστημονικά θεμελιωμένες παρεμβάσεις, ώστε να μειωθούν οι αρνητικές επιδράσεις και να αυξηθούν οι θετικές επιδράσεις από την χρήση των ψηφιακών μέσων.

Οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να ενθαρρύνουν την ανάπτυξη τέτοιων παρεμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων εργαλείων που θα βοηθήσουν τους γονείς να εντοπίσουν και να διαχειριστούν τις αρνητικές επιρροές των ψηφιακών μέσων  στην σεξουαλική ευημερία των παιδιών τους. Θα πρέπει επίσης να  ενθαρρύνουν την ανάπτυξη και διάδοση καινοτόμων προγραμμάτων επιμόρφωσης στα  ψηφιακά μέσα,  σχετικά με τη σεξουαλική υγεία.

Διαβάστε εδώ το πλήρες κείμενο του άρθρου:

 https://doi.org/10.1542/peds.2016-1758X

Εξασφάλιση χρόνου, ή διακοπή της ανάπτυξης; Το δίλημμα της χορήγησης ορμονών για αναστολή της εφηβείας, σε διαφυλικά παιδιά και εφήβους

Τα τελευταία χρόνια παρουσιάστηκε  μεγάλη και ανεξήγητη αύξηση στον αριθμό εφήβων που αναφέρουν ότι αισθάνονται έντονη δυσφορία με την εμφάνιση και τις ιδιότητες του βιολογικού τους φύλου  και που ζητούν να τους χορηγηθούν ορμόνες για να σταματήσει η ανάπτυξη των χαρκτηριστικών του φύλου. Πολλοί μάλιστα τις προμηθεύονται χωρίς συνταγή, από το διαδίκτυο, χωρίς να καλύπτουν τις  απαραίτητες προυποθέσεις και χωρίς να γνωρίζουν τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τις συνέπειες από την λήψη  αυτών  των φαρμάκων. Το άρθρο που παρουσιάζουμε αναφέρεται στα επιχειρήματα υπέρ-και-κατά της λήψης φαρμάκων που αναστέλλουν την εφηβεία, από νέα άτομα με αισθήματα δυσφορίας ως προς το βιολογικό τους φύλο.

Buying time or arresting development? The dilemma of administering hormone blockers in trans children and adolescents Guido Giovanardi . Department of Dynamic and Clinic Psychology,Faculty of Medicine and Psychology, Sapienza University of Rome, Rome, Italy. Porto Biomed J, 2017;2(5):153–156

Περίληψη

Τα τελευταία χρόνια, η χρήση αναλόγων ορμόνης απελευθέρωσης γοναδοτροπίνης (GnRH) για τκαταστολή της εφηβείας σε εφήβους με δυσφορία φύλου (ΔΦ), υιοθετήθηκε από έναν αυξανόμενο αριθμό κλινικών φύλου, δημιουργώντας αμφιλεγόμενη αντιπαράθεση. Αυτό το δοκίμιο παρέχει επισκόπηση των δυσκολιών που σχετίζονται με αυτήν την ετερογενή ομάδα εφήβων και συζητά επιχειρήματα υπέρ και κατά της αναστολής της εφηβείας. Περαιτέρω, εξετάζει τις κύριες μελέτες παρακολούθησης που διεξάγονται σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα κλινικά κέντρα παγκοσμίως για παιδιά και εφήβους με παραλλαγές φύλου.

How long have I been here, what a question, I’ve often wondered. And often I could answer, An hour, a month, a year, a century, depending on what I meant by here, and me, and being” Samuel Beckett

Τα παιδιά και οι έφηβοι με παραλλαγές- φύλου αποτελούν μια ετερόκλητη ομάδα ατόμων, που παρουσιάζουν ασυμφωνία μεταξύ της ταυτότητας φύλου με την οποία αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους, και του φύλου το οποίο είχαν κατά την γέννηση. Αυτή η ασυμφωνία μπορεί να προκαλέσει σημαντική δυσφορία (Δυσφορία Φύλου) και μπορεί να απαιτήσει κλινική παρέμβαση. Το σύνθετο φαινόμενο της Δυσφορίας Φύλου (ΔΦ) περιγράφεται λεπτομερώς στην 5η έκδοση του Διαγνωστικού και Στατιστικού Εγχειριδίου Ψυχικών Διαταραχών – DSM-5 (1).

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, οι παραπομπές νέων σε κλινικές φύλου αυξήθηκαν δραματικά. Στην Ευρώπη, οι δύο μεγαλύτερες κλινικές φύλου για παιδιά και εφήβους είναι η Gender Identity Development Service (GIDS) στο Λονδίνο και το VU Ιατρικό Κέντρο Πανεπιστημίου στο Άμστερνταμ. Και στα δύο κέντρα έχει σημειωθεί σημαντική αύξηση των παραπομπών κατά τα τελευταία 10 χρόνια (π.χ. στο Λονδίνο, οι παραπομπές αυξήθηκαν από 97 σε περισσότερες από 2000 μεταξύ 2009/2010 και 2016 / 2017), παράλληλα με εντυπωσιακή μείωση της μέσης ηλικίας των ατόμων και με αναστροφή στην αναλογία των φύλων των παραπομπών, υπέρ των θηλυκών κατά την γέννηση (2,3). Η έρευνα σε παιδιά και εφήβους με ΔΦ ή παραλλαγές φύλου είναι πολύ λίγη. Εν τούτοις, εμφανίζονται ορισμένα ευρήματα (4,5). Για παράδειγμα, τώρα αναγνωρίζεται ότι η ΔΦ/παραλλαγή φύλου των παιδιών παραμένει μετά την εφηβεία σε ποσοστό μόλις 10%-30% όλων των περιπτώσεων (1,5). Δεν υπάρχει ακόμα η δυνατότητα να προβλέψουμε ποια άτομα θα παρουσιάζουν ή δεν θα παρουσιάζουν δυσφορία φύλου στην εφηβεία ή στην ενηλικίωση. Ωστόσο, τα άτομα με επιμονή της δυσφορίας φύλου κατά την εφηβεία, είναι πιθανότερο να συνεχίσουν να βιώνουν δυσφορία φύλου και στην ενήλικη ζωή (περίπου σε ποσοστό 80%) (6,7). Συνέχεια ανάγνωσης «Εξασφάλιση χρόνου, ή διακοπή της ανάπτυξης; Το δίλημμα της χορήγησης ορμονών για αναστολή της εφηβείας, σε διαφυλικά παιδιά και εφήβους»

ΔΕΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ από τις έρευνες η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια ορμονικών παρεμβάσεων σε παιδιά και εφήβους με Δυσφορία Φύλου

O Carl Heneghan (Editor in Chief BMJ EBM, Professor of Evidence Based Medicine University of Oxford) και ο Tom Jefferson (Senior Associate Tutor University of Oxford, Visiting Professor Institute of Health & Society, Faculty of Medicine, Newcastle University), ανασκόπησαν τα δεδομένα των μέχρι σήμερα ερευνών για την χρήση ορμονών στην αντιμετώπιση των προβλημάτων Ταυτότητας Φύλου στα παιδιά και στους εφήβους. Οι δύο διακεκριμένοι επιστήμονες εξέτασαν τις ενδείξεις αποτελεσματικότητας και ασφάλειας των ορμονικών παρεμβάσεων και συμπεραίνουν:

Συμπεράσματα

Υπάρχουν σημαντικά προβλήματα στον τρόπο συλλογής και ανάλυσης των δεδομένων για την χρήση ορμονών του αντίθετου φύλου, και αυτά τα προβλήματα εμποδίζουν την εξαγωγή οριστικών συμπερασμάτων. Όπως και με την φαρμακευτική αναστολή της εφηβείας, οι ενδείξεις είναι περιορισμένες, λόγω του μικρού μεγέθους των δειγμάτων (μικρός αριθμός ατόμων στις μελέτες), της χρήσης αναδρομικών μελετών ( ως ερευνητικής μεθόδου) και της απώλειας δεδομένων, λόγω μη συμμετοχής μεγάλου αριθμού των ασθενών στην μετέπειτα παρακολούθηση. Επίσης, η πλειονότητα των μελετών δεν διαθέτει ομάδα ελέγχου (μόνο δύο μελέτες χρησιμοποίησαν ομάδα ελέγχου). Οι παρεμβάσεις (στις διάφορες μελέτες) έχουν διαφορετική μεταξύ τους θεραπευτική (φαρμακευτική) αγωγή, και αυτό περιπλέκει τις συγκρίσεις μεταξύ των μελετών. Επίσης, η θεραπευτική συμμόρφωση (η συνεπής τήρηση των θεραπευτικών οδηγιών) είτε δεν αναφέρεται είτε, στην καλύτερη περίπτωση, είναι ασυνεπής. Η υποκειμενικότητα στην αξιολόγηση του αποτελέσματος της θεραπευτικής παρέμβασης, που επικρατεί σε μεγάλο βαθμό στις μελέτες, είναι επίσης επιρρεπής σε συστηματικά σφάλματα, καθώς δεν τηρείται η (αξιόπιστη) μεθοδος της «τυφλής μελέτης», και πολλά αποτελέσματα μπορούν να εξηγηθούν από την παλινδρόμηση στο μέσο.

Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη τέτοιου τύπου παρεμβάσεων (ορμονικών) πρέπει να διενεργείται μόνο στα πλαίσια και κατόπιν έρευνας (που να επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια τους).

ΟΙ ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 18 ΕΤΩΝ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΒΑΘΜΟ ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΕΣ. Υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός αναπάντητων ερωτημάτων, που περιλαμβάνουν την ηλικία έναρξης, την αναστρεψιμότητα των επιδράσεων, τις ανεπιθύμητες ενέργειες, τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ψυχική υγεία, την ποιότητα ζωής, την οστική πυκνότητα,την ανάπτυξη οστεοπόρωσης σε επόμενα στάδια της ζωής και τις επιπτώσεις στην γνωστική ικανότητα .

Αναρωτιόμαστε αν η χρήση εκτός ενδείξεων (και σε άλλες καταστάσεις εκτός από αυτές για τις οποίες έχει πάρει ένα φάρμακο έγκριση χορήγησης) είναι κατάλληλη και δικαιολογημένη για φάρμακα όπως η σπιρονολακτόνη, η οποία μπορεί να προκαλέσει σημαντικές βλάβες, συμπεριλαμβανομένου του θανάτου. Επίσης, δεν γνωρίζουμε τίποτα για τα μακροπρόθεσμα προφίλ (δεδομένα) ασφαλείας των διαφόρων μεθόδων θεραπευτικής αγωγής με χορήγηση ορμονών-αντίθετου φύλου.

Η τρέχουσα βάση τεκμηρίωσης (τα διαθέσιμα έως τώρα ερευνητικά δεδομένα) ΔΕΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΤΕΚΜΗΡΙΩMEΝΗ ΛΗΨΗ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ.

Το πλήρες κείμενο στο:  https://blogs.bmj.com/bmjebmspotlight/2019/02/25/gender-affirming-hormone-in-children-and-adolescents-evidence-review/

Ομοφυλόφιλη γονεικότητα και έκβαση των παιδιών. Μία προσεκτική εξέταση της Ανακοίνωσης της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (2005) για την λεσβιακή και ομοφυλόφιλη γονεικότητα

 

 

Marks L.  Same-sex parenting and children’s outcomes: A closer examination of the American Psychological Association’s brief on lesbian and gay parenting.   Social Science Research 41 (2012) 735–751

Abstract

In 2005, the American Psychological Association (APA) issued an official brief on lesbian and gay parenting. This brief included the assertion: ‘‘Not a single study has found children of lesbian or gay parents to be disadvantaged in any significant respect relative to children of heterosexual parents’’ (p. 15). The present article closely examines this assertion and the 59 published studies cited by the APA to support it. Seven central questions address: (1) homogeneous sampling, (2) absence of comparison groups, (3) comparison group characteristics, (4) contradictory data, (5) the limited scope of children’s outcomes studied, (6) paucity of long-term outcome data, and (7) lack of APA-urged statistical power. The conclusion is that strong assertions, including those made by the APA, were not empirically warranted. Recommendations for future research are offered.

Περίληψη                                                                                                                                              Το 2005, η Αμερικανική Ψυχολογική Εταιρεία (APA) εξέδωσε επίσημη Ανακοίνωση για την γονεικότητα των ομοφυλόφιλων και λεσβιών. Αυτή η Ανακοίνωση περιελάμβανε τον ισχυρισμό: «Δεν έχει βρεθεί ούτε μία μελέτη που να δείχνει ότι τα παιδιά των λεσβιών ή ομοφυλόφιλων γονέων είναι σε μειονεκτική θέση από κάθε άποψη, σε σχέση με τα παιδιά των ετεροφυλόφιλων γονέων».  Το παρόν άρθρο εξετάζει προσεκτικά αυτόν τον ισχυρισμό και τις 59 δημοσιευμένες μελέτες που παραθέτει η APA προς υποστήριξή της ανακοίνωσής της.  Επτά κεντρικά ερωτήματα αφορούν: (1) ομοιογένεια των δειγμάτων (ομάδων πληθυσμού που εξετάστηκαν) (2) απουσία ομάδων σύγκρισης, (3) χαρακτηριστικά ομάδας σύγκρισης,(4) αντιφατικά δεδομένα, (5) η περιορισμένη οπτική των μελετών ως προς την έκβαση των παιδιών (6) έλλειψη μακροπρόθεσμων αποτελεσμάτων, (7) δεν απαιτήθηκε από την  APA να υπάρχει στατιστική ισχύς στις μελέτες.  Το συμπέρασμα είναι ότι οι ισχυρισμοί (των μελετών), συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών της APA, δεν είναι δικαιολογημένοι εμπειρικά. Παρέχονται συστάσεις για μελλοντική έρευνα.

Συνέχεια ανάγνωσης «Ομοφυλόφιλη γονεικότητα και έκβαση των παιδιών. Μία προσεκτική εξέταση της Ανακοίνωσης της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας (2005) για την λεσβιακή και ομοφυλόφιλη γονεικότητα»

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ…

 

Στις 23/5/2018, κατατέθηκε ερώτηση Ερώτηση 42 Βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ προς τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων για  Σεξουαλική αγωγή στα σχολεία με έναρξη από το Δημοτικό. Στην παρέμβασή τους, αναφέρουν μεταξύ άλλων τα εξής:

«…θα πρέπει να επισημανθεί ότι με την απουσία της σεξουαλικής αγωγής, δημιουργείται ένα τεράστιο κενό στην ομαλή ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη του εφήβου, στην πρόληψη σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, στην μελλοντική δημιουργία μιας υγιούς και υπεύθυνης σεξουαλικής συμπεριφοράς. Έτσι, η πληροφόρηση αφήνεται αποκλειστικά και μόνο στην οικογένεια για άτομα παιδικής ηλικίας και στις παρέες συνομηλίκων για άτομα εφηβικής ηλικίας, σύμφωνα με τα ευρήματα ερευνών. Επιπλέον, ένας σημαντικός παράγοντας ενημέρωσης αποτελεί και το διαδίκτυο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ορθολογική και συστηματική ενημέρωση των ενδιαφερομένων.   …Τα αποτελέσματα της ανυπαρξίας σεξουαλικής αγωγής μας τα κοινοποιεί ο λόγος των ειδικών και εν μέρει της στατιστικής. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι ο αριθμός των αμβλώσεων στην Ελλάδα, παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί, είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη και στον κόσμο. Υπολογίζεται ότι γίνονται περίπου 150.000 αμβλώσεις ετησίως, ενώ το 25% αυτών αφορά νεαρά κορίτσια κάτω των 16 ετών. Σύμφωνα με τους ειδικούς, τις τελευταίες δεκαετίες, το ηλικιακό όριο έναρξης σεξουαλικών δραστηριοτήτων έχει μειωθεί. Πάνω από τις μισές έφηβες ξεκινούν τη σεξουαλική ζωή πριν τα 17 έτη, ενώ το 73% είχαν κάποιου είδους σεξουαλική δραστηριότητα μεταξύ 14 και 16 ετών. Τα ποσοστά που αφορούν τις αμβλώσεις, αν συνδυαστούν με την αύξηση του ποσοστού μετάδοσης σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, καταδεικνύουν μια σημαντικότατη έλλειψη πληροφόρησης».

Ερωτουν τον κ. Υπουργό «σε τι ενέργειες είναι διατεθειμένος να προβεί ώστε: α. Να καταρτιστεί ένα ενιαίο Αναλυτικό Πρόγραμμα για την σεξουαλική αγωγή στην Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση; β. Να καταρτιστεί ένα πρόγραμμα επιμόρφωσης όλων των εκπαιδευτικών πάνω στη σεξουαλική αγωγή; γ. Να γίνει μια ευρεία συζήτηση-ενημέρωση σχετικά με όλα τα ζητήματα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης με τους συλλόγους γονέων και κηδεμόνων της χώρας αλλά και ευρύτερα την ελληνική κοινωνία, ώστε ένα τέτοιο εγχείρημα να τύχει της υποστήριξης όλων»

 

ΑΠΑΝΤΟΥΜΕ:

Πρώτον, πως διαπιστώνουν την «δημιουργία τεράστιου ψυχοσωματικού κενού στην ομαλή ψυχοσεξουαλική ανάπτυξη»; 

Δεύτερον, από που συμπεραίνουν  ότι οι απρόβλεπτες εγκυμοσύνες και οι αμβλώσεις οφείλονται στην απουσία σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης; Δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι; 

Συμφωνούμε με την ανάγκη σοβαρής ενημέρωσης, με σεβασμό στην ιδιαιτερότητα κάθε παιδιού, και στις αξιακές, φιλοσοφικές και θρησκευτικές πεποιθήσεις της οικογένειάς του.  Δεν συμφωνούμε με μαζικού τύπου παρεμβάσεις, δήθεν προληπτικές, γιατί δεν λαμβάνουν υπ’ όψιν την ιδιαιτερότητα και το επίπεδο κάθε παιδιού: τι μπορεί να καταλάβει, τι μπορεί να αντέξει, τι μπορεί να αποδεχθεί. 

Συμφωνούμε ότι στην Ελλάδα όλο και μειώνεται η ηλικία έναρξης σεξουαλικών σχέσεων.  Η πρώιμη έναρξη σεξουαλικής δραστηριότητας δεν είναι επιθυμητή, γι’ αυτό και παγκοσμίως προτείνεται έναρξη σεξουαλικής επαφής μετά τα 18. Εμείς όμως άλλα ακούμε ότι «διδάσκονται» στα σχολεία (αναφορά ακόμη και σε πρακτικές διαφόρων μεθόδων σεξουαλικής συνεύρεσης). 

Συμφωνούμε ότι ο αριθμός των αμβλώσεων στην Ελλάδα είναι πολύ υψηλός και ξεπερνάει τις 300.000 τον χρόνο.  Δυστυχώς, στα εκπαιδευτικά προγράμματα  οι αναφορές στις αμβλώσεις  σταματούν στην νομική τους κατοχύρωση (πχ  φάκελος αντισύλληψη της 7ης ΥΠΕ Κρήτης) και δεν περιγράφουν ούτε την διαδικασία, ούτε τις συνέπειες.

Εξακολουθούμε να μην κατανοούμε την βιασύνη. Απ’ ότι φαίνεται, η Ελλάδα της κρίσης διεγείρει σε πολλούς πολιτευόμενους την αναζήτηση λύσεων που άπτονται της σεξουαλικότητας! Δεν εξηγείται διαφορετικά ο καταιγισμός  παρεμβάσεων και νομοθετημάτων, που κατά ένα περίεργο τρόπο, επηρεάζουν άμεσα τις νέες γενιές.

Υπενθυμίζουμε ότι από την Ε’ Δημοτικού διδάσκεται η αναπαραγωγική λειτουργία και η ανατομία του γεννητικού συστήματος, στα πλαίσια του μαθήματος της Φυσικής. Οποιαδήποτε συζήτηση πέραν της ανατομίας και φυσιολογίας της αναπαραγωγικής και ερωτικής ζωής θα πρέπει να προυποθέτει την έγκριση του κηδεμόνα, αφού πρώτα ενημερωθεί και του χορηγηθεί το υλικό που πρόκειται να διδαχθεί το παιδί του. ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟΘΕΤΗ ΝΑ ΣΥΜΠΕΡΙΛΑΒΕΙ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ, (ΟΠΩΣ ΚΑΝΟΥΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΧΩΡΕΣ) ΣΤΗΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΣΕΞΟΥΛΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ. Διαφορετικά, θα ανοίξει ο δρόμος για να διδάξει τον πόνο του και το πάθος του ο κάθε πικραμένος.

Υπενθυμίζουμε την δυνατότητα εναλλακτικών λύσεων, όπως: 1) Προαιρετικά μαθήματα στο σχολείο εκτός σχολικού ωραρίου  2) Συμβουλευτική βοήθεια προς τους γονείς για να ξεπεράσουν τον δισταγμό τους ή να λύσουν τις δικές τους απορίες και να ενημερώσουν οι ίδιοι τα παιδιά τους. Υπάρχουν αξιόλογοι επιστήμονες που μπορούν να διαμορφώσουν τέτοια εναλλακτικά προγράμματα, λαμβάνοντας υπ ‘όψιν τις ιδιαιτερότητες του Ελληνικού εκπαίδευτικού συστήματος και του Ελληνικού πολιτισμού

 Προς ενημέρωση κάθε ενδιαφερόμενου, παραθέτουμε μελέτες που δείχνουν ότι το όφελος από την ένταξη της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στο σχολικό πρόγραμμα, δεν είναι αποδεδειγμένο.  Αντίθετα, επισημαίνουν άλλους παράγοντες, όπως κοινωνικο-οικονομικούς, διακοπή σχολικής φοίτησης και χρήση αλκοόλ. 

1) Μία σημαντική  έρευνα από την Μεγάλη Βρετανία  δείχνει ότι η περικοπή κονδυλίων και μείωση των μαθημάτων σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης, συσχετίστηκε με σημαντική μείωση των ποσοστών εφηβικής εγκυμοσύνης

The Effect of Spending Cuts on Teen Pregnancy.                                        https://www.researchgate.net/publication/317043150_The_Effect_of_Spending_Cuts_on_Teen_Pregnancy [accessed May 24 2018].

Τα τελευταία χρόνια, οι τοπικές αρχές της Αγγλίας αναγκάστηκαν να κάνουν σημαντικές περικοπές στις  δαπάνες. Στην παρούσα εργασία, εξετάζουμε τον αντίκτυπο της μείωσης των δαπανών σε έναν συγκεκριμένο στόχο δημόσιας υγείας: μείωση των ποσοστών εφηβικής εγκυμοσύνης. Σε αντίθεση με τις προβλέψεις που έγιναν κατά τη στιγμή των περικοπών, οι εκτιμήσεις των στοιχείων δεν παρέχουν καμία ένδειξη ότι στις περιοχές που μείωσαν τις δαπάνες  υπήρξαν αντίστοιχες αυξήσεις στα ποσοστά εγκυμοσύνης εφήβων. Αντίθετα, οι περικοπές δαπανών συνδέονται με μικρές μειώσεις των ποσοστών εγκυμοσύνης εφήβων( ένα αποτέλεσμα που παραμένει ισχυρό σε πολλούς εναλλακτικούς προσδιορισμούς  και ελέγχους ως προς την αιτιότητα). Άλλοι υποκείμενοι  κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, όπως τα αποτελέσματα της εκπαίδευσης και η κατανάλωση οινοπνεύματος, είναι σημαντικοί παράγοντες πρόβλεψης της εφηβικής εγκυμοσύνης.

 

 2.  Μία συστηματική ανασκόπηση από  την (κορυφαίας αξιοπιστίας) βάση δεδομένων συστηματικών ανασκοπήσεων, COCHRANE  Database of Systematic Reviews, δείχνει ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα αποτελεσματικότητας της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στην πρόληψη της ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης και των σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.
Ευρήματα
 Τα εκπαιδευτικά προγράμματα δεν είχαν επίδραση στην πρόληψη του HIV (AIDS), ή άλλων σεξουαλικά μεταδιδόμενων νοσημάτων.  Δεν προέκυψε επίσης επίδραση στον αριθμό των κοριτσιών που έμειναν έγκυοι.

Συνέχεια ανάγνωσης «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΕΛΟΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ…»

Ανασκόπηση και κριτική της έρευνας για την Υιοθεσία και γονεικότητα στα ομόφυλα ζευγάρια

Schumm WR

A Review and Critique of Research on Same-Sex Parenting and Adoption

Psychol Rep.  2016; 119(3):641-760 (ISSN: 1558-691X)

 

Περίληψη 

Είναι η έκβαση των παιδιών με γονείς ομοφυλόφιλους άντρες, λεσβίες ή αμφιφυλόφιλους,  η ίδια με εκείνη των ετεροφυλόφιλων γονέων; Το αμφιλεγόμενο αυτό ζήτημα εξετάζεται με λεπτομερή ανασκόπηση της βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών,  σε τρία μέρη: (1) σταθερότητα των σχέσεων γονέων του ίδιου φύλου, (2) έκβαση των παιδιών και (3) αποτελέσματα παιδιών σε υιοθεσία από γονείς του ιδίου φύλου.

(1) Η αστάθεια των σχέσεων φαίνεται να είναι υψηλότερη μεταξύ των γονεικών ζευγαριών ομοφυλοφίλων και λεσβιών, και μπορεί να αποτελέσει βασικό μεσολαβητικό παράγοντα,  που επηρεάζει την έκβαση των παιδιών.

(2) Όσον αφορά το μέρος 2, αν και οι γονικές αυτο-αναφορές συνήθως παρουσιάζουν λίγες σημαντικές διαφορές (μεταξύ ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων οικογενειών), το κοινωνικά επιθυμητό  ή σφάλματα λόγω μεροληπτικής  αυτο-παρουσίασης (των γονέων) μπορεί να αποτελέσουν  συγχυτικό παράγοντα.

(3) Ενώ ορισμένοι ερευνητές τείνουν να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν διαφορές στην έκβαση των παιδιών, ως συνάρτηση του σεξουαλικού προσανατολισμού των γονέων, τα συμπεράσματα αυτά φαίνονται πρόωρα υπό το πρίσμα πιο πρόσφατων δεδομένων στα οποία έχουν παρατηρηθεί κάποια διαφορετικά αποτελέσματα σε μερικές μελέτες.

 Ανασκοπήθηκαν οι μελέτες οι οποίες διεξήχθησαν τα τελευταία 10 χρόνια και   συνέκριναν την έκβαση  σε παιδιά ομοφυλόφιλων και ετεροφυλόφιλων γονέωνΔιαπιστώθηκαν πολυάριθμοι μεθοδολογικοί περιορισμοί (προβλήματα), που κάνουν πολύ δύσκολη την ακριβή εκτίμηση της επίδρασης του σεξουαλικού προσανατολισμού των γονέων, στις οικογένειες που έχουν υιοθετήσει παιδιά.

 Λόγω προβλημάτων στην επιλογή του δείγματος (του εξεταζόμενου πληθυσμού) στις έρευνες,  εξακολουθούμε να γνωρίζουμε ελάχιστα για τη λειτουργία της οικογένειας στις θετές οικογενειών με ομοφυλόφιλους γονείς και μέτρια ή χαμηλά εισοδήματα, με περισσότερα παιδιά  ή  παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας συμπεριλαμβανομένων εφήβων, ή για το πως αλλάζει η λειτουργία της οικογένειας  με την πάροδο του χρόνου.

 Παραμένει η ανάγκη για έρευνα υψηλής ποιότητας για τις οικογένειες ομοφυλοφίλων, ιδιαίτερα για τις οικογένειες με ομοφυλόφιλους πατέρες και με χαμηλότερο εισόδημα

Συνέχεια ανάγνωσης «Ανασκόπηση και κριτική της έρευνας για την Υιοθεσία και γονεικότητα στα ομόφυλα ζευγάρια»